Προστασία των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων

Προστασία των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων

Το νομοθετικό πλαίσιο για την καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων και την αρωγή των θυμάτων αντιμετωπίζει πλέον μετά την υιοθέτηση του 3386/2005 τα σημαντικότερα ζητήματα που είχε εντοπίσει η θεωρία και η κοινωνία των πολιτών.

Της Φανής Γαλατσοπούλου *

Το θέμα της προστασίας των θυμάτων όμως είναι ένα θέμα που ακόμη δεν έχει μελετηθεί σε βάθος με αποτέλεσμα το σύστημα προστασίας να παρουσιάζει πολλά κενά.

Ο νόμος 3064/2002[2] στο άρθρο 12[3] στην πρώτη παράγραφο προβλέπει την προστασία βασικών έννομων αγαθών του θύματος με την προϋπόθεση να υφίσταται σοβαρός κίνδυνος για τα αγαθά αυτά. Συγκεκριμένα προβλέπεται προστασία της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας. Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση η απαρίθμηση των εννόμων αγαθών είναι ενδεικτική και θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν και άλλα.

Οι λεπτομέρειες παροχής της προστασίας ρυθμίστηκαν με το προεδρικό διάταγμα 233/2003[4]. Με τη δεύτερη παράγραφο[5] του δεύτερου άρθρου ορίζονται τα χρονικά όρια της προστασίας και συγκεκριμένα ότι παρέχεται για όσο χρονικό διάστημα υφίσταται ο κίνδυνος (ζωής, σωματικής ακεραιότητας κ.τ.λ.), δηλαδή για όσο διάστημα χρειάζεται το θύμα προστασία, χωρίς να διευκρινίζεται το ποιος κρίνει πότε το θύμα παύει να κινδυνεύει.

Τα παραπάνω κενά προσπάθησε να συμπληρώσει ο νομοθέτης με το άρθρο 49[6] παράγραφος 3 του 3386/2005[7] ορίζοντας ότι οι αρμόδιες εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές φροντίζουν και μάλιστα κατά προτεραιότητα για την προστασία και ασφάλεια των θυμάτων εμπορίας ανθρώπων από το στάδιο ακόμη της προθεσμίας περίσκεψης.

Όλα τα παραπάνω συνθέτουν το σύστημα προστασίας θυμάτων και μπορούμε να πούμε ότι οι εγγυήσεις που παρέχονται είναι πολύ γενικές.

Ένα σύστημα προστασίας που μπορεί να παράσχει σημαντικότερες εγγυήσεις είναι αυτό της προστασίας μαρτύρων. Σύμφωνα με το άρθρο 9 του ν. 2928/2001[8] οι μάρτυρες προστατεύονται από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό και τα μέτρα προστασίας είναι (1) η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας, (2) η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της, (3) η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης των στοιχείων του μάρτυρα, και η μεταβολή των στοιχείων της ταυτότητας του. Αν όμως κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από ένα διάδικο (δηλαδή και τον κατηγορούμενο) η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του μάρτυρα, το δικαστήριο διατάσσει την αποκάλυψη. Τα ονόματα των μαρτύρων επομένως, πρέπει να θεωρήσουμε ότι είναι πιθανό- σχεδόν βέβαιο θα έλεγε κανείς[9]– να γίνουν γνωστά κατά την ακροαματική διαδικασία.

Υπάρχει η άποψη ότι η προσφυγή σε μαρτυρίες προσώπων με συγκαλυμμένη ταυτότητα προσβάλλει την αρχή της δημοσιότητας της ποινικής δίκης και νοθεύει την αποδεικτική διαδικασία καθώς ο υπερασπιστικός έλεγχος αξιοπιστίας του μάρτυρα γίνεται αδύνατος και υποτιμά τον ίδιο το δικαστή[10]. Η κορυφαία σημασία του δικαιώματος του κατηγορουμένου να εξετάζει τους μάρτυρες κατηγορίας ως βασικού συστατικού της δίκαιης δίκης που προβλέπεται από το άρθρο 6[11] της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει διακηρυχθεί επανειλημμένως από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και από τον Άρειο Πάγο[12]. Λέγεται ότι με αυτόν τον τρόπο παραβιάζονται άμεσα οι αρχές του κράτους δικαίου[13]. Σε κάθε περίπτωση η εμπειρία δείχνει ότι και για τα δικαιώματα των κατηγορουμένων αλλά και για την προστασία των μαρτύρων πρέπει να δοθούν μεγαλύτερες εγγυήσεις.

Πέρα από τα παραπάνω ένα ζήτημα που προκύπτει είναι ότι για να έχουμε εφαρμογή του συστήματος προστασίας μαρτύρων, πρέπει να έχουν ασκηθεί διώξεις σύμφωνα με το νόμο 2928 να κατηγορείται δηλαδή ο δράστης ότι συγκροτεί ή εντάσσεται ως μέλος σε δομημένη και με διαρκή δράση ομάδα από τρία ή περισσότερα πρόσωπα (οργάνωση) και επιδιώκει τη διάπραξη περισσότερων κακουργημάτων μεταξύ των οποίων και εμπορία ανθρώπων ή σωματεμπορία. Στις περιπτώσεις επομένως που δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία ότι το αδίκημα τελείται από περισσότερα από ένα άτομα ή που δεν προκύπτει από τη δικογραφία ότι πρόκειται για εμπορία ανθρώπων και ασκούνται διώξεις για μαστροπεία (που κατά το ελληνικό δίκαιο δεν είναι κακούργημα στη βασική μορφή του αδικήματος) το σύστημα προστασίας μαρτύρων δεν εφαρμόζεται, παρά το γεγονός ότι το θύμα είναι και θύμα και μάρτυρας και το θύμα προστατεύεται μόνο από το γενικό και αόριστο σύστημα προστασίας θυμάτων.


[1] Η παρούσα μελέτη βασίσθηκε σε εισήγηση που πραγματοποιήθηκε στο Ελληνο-βουλγαρικό Συνέδριο με θέμα “Greek- Bulgarian Cooperation Against Trafficking in Children”», που διοργάνωσαν η Εναλλακτική Έδρα του Συμφώνου Σταθερότητας για τη ΝΑ Ευρώπη και το Υπουργείο Μακεδονίας & Θράκης στη Δράμα στις 26 & 27 Ιουνίου 2008.

* Δικηγόρος- Διεθνολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Νομικής Α.Π.Θ., Εμπειρογνώμονας για θέματα Ασφάλειας και Εμπορίας ανθρώπων της Εναλλακτικής Έδρας του Συμφώνου Σταθερότητας για τη ΝΑ Ευρώπη

[2] ΦΕΚ 248/Α’/2002, ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 3064, Καταπολέμηση της εμπορίας ανθρώπων, των εγκλημάτων κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της πορνογραφίας ανηλίκων και γενικότερα της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής και αρωγή στα θύματα των πράξεων αυτών.

[3] Αρθρο 12 Αρωγή θυμάτων «1. Στα θύματα των εγκλημάτων που προβλέπονται στα άρθρα 323, 323Α, 349, 351 και 351 Α του Ποινικού Κώδικα παρέχεται προστασία, η οποία αφορά ιδίως την προστασία της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας τους, αν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος για τα αγαθά αυτά.»

[4] ΠΡΟΕΔΡΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΥΠ` ΑΡΙΘ. 233 (ΦΕΚ Α` 204/28-8-2003)Προστασία και αρωγή στα θύματα των εγκλημάτων των άρθρων 323, 323Α, 349 351 και 351Α του Ποινικού Κώδικα κατά το άρθρο 12 του Ν. 3064/2002 (ΦΕΚ Α` 248).

[5] «Η προστασία παρέχεται για όσο χρονικό διάστημα υφίσταται ο κίνδυνος της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας και της προσωπικής και γενετήσιας ελευθερίας, η δε αρωγή για το χρονικό διάστημα που κρίνεται απαραίτητο από τις Υπηρεσίες και Μονάδες Παροχής Προστασίας και Αρωγής, που αναφέρονται στο παράρτημα του παρόντος.»

[6] Άρθρο 49, Περίθαλψη και παροχές κατά την περίοδο περίσκεψης1. Κατά τη διάρκεια της περιόδου περίσκεψης, τα ανωτέρω πρόσωπα έχουν πρόσβαση στην περίθαλψη, σύμ φωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 7 του π.δ. 233/2003, όπως κάθε φορά ισχύει.2. Στα ίδια πρόσωπα διασφαλίζονται ικανές συνθήκες διαβίωσης, εφόσον δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους.3. Οι αρμόδιες εισαγγελικές και αστυνομικές αρχές φροντίζουν, κατά προτεραιότητα, για την προστασία και ασφάλεια των προσώπων αυτών, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Επίσης, παρέχονται υπηρεσίες μετάφρασης και διερμηνείας, όταν τα θύματα αγνοούν την ελληνική γλώσσα, καθώς και κάθε αναγκαία νομική βοήθεια.

[7] ΝΟΜΟΣ 3386/2005 (ΦΕΚ Α 212/23.8.2005) «Είσοδος, διαμονή και κοινωνική ένταξη υπηκόων τρίτων χωρών στην Ελληνική Επικράτεια»

[8] ΦΕΚ Α’141 27.6.2001 ΝΟΜΟΣ ΥΠ’ ΑΡΙΘ. 2928 «Τροποποίηση διατάξεων του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας και άλλες διατάξεις για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων.»Άρθρο 9: Προστασία μαρτύρων 1. Κατά την ποινική διαδικασία για τις πράξεις της συγκρότησης ή συμμετοχής σε οργάνωση της παραγράφου 1 του άρθρου 187 του ποινικού κώδικα και για συναφείς πράξεις μπορεί να λαμβάνονται μέτρα για την αποτελεσματική προστασία από πιθανή εκδίκηση ή εκφοβισμό των ουσιωδών μαρτύρων, των προσώπων που κατά το άρθρο 187Α του Ποινικού Κώδικα βοηθούν στην αποκάλυψη εγκληματικών δραστηριοτήτων ή και των οικείων τους. 2. Μέτρα προστασίας είναι η φύλαξη με κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό της αστυνομίας, η κατάθεση με χρήση ηλεκτρονικών μέσων ηχητικής και οπτικής ή μόνο ηχητικής μετάδοσής της, η μη αναγραφή στην έκθεση εξέτασης του ονόματος, του τόπου γέννησης, κατοικίας και εργασίας, του επαγγέλματος και της ηλικίας, που διατάσσονται με αιτιολογημένη διάταξη του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών, η μεταβολή των στοιχείων ταυτότητας, καθώς και η μετάθεση ή μετάταξη ή απόσπαση για αόριστο χρονικό διάστημα, με δυνατότητα ανάκλησής της, των δημοσίων υπαλλήλων, που αποφασίζονται κατά παρέκκλιση από τις κείμενες διατάξεις από τους αρμόδιους Υπουργούς ύστερα από εισήγηση του αρμόδιου εισαγγελέα πλημμελειοδικών. Η υπουργική απόφαση μπορεί να προβλέπει τη μη δημοσίευσή της στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθώς και άλλους τρόπους διασφάλισης της μυστικότητας της πράξης. Τα μέτρα προστασίας λαμβάνονται με τη σύμφωνη γνώμη του μάρτυρα, δεν περιορίζουν την ατομική ελευθερία του πέρα από το αναγκαίο για την ασφάλειά του μέτρο και διακόπτονται αν ο μάρτυρας το ζητήσει εγγράφως ή δεν συνεργάζεται για την επιτυχία τους.3. Κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, ο μάρτυρας του οποίου δεν αποκαλύφθηκαν τα στοιχεία ταυτότητας, καλείται με το όνομα που αναφέρεται στην έκθεση εξέτασής του, εκτός αν ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από ένα διάδικο η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος, οπότε το δικαστήριο διατάσσει την αποκάλυψη. Την αποκάλυψη μπορεί να διατάξει το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Σε κάθε περίπτωση το δικαστήριο μπορεί να διατάξει όσα ορίζονται στο άρθρο 354 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.4. Αν δεν έχουν αποκαλυφθεί τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.

[9] Συμεωνίδου- Καστανίδου Ελισάβετ, Οργανωμένο Έγκλημα και Τρομοκρατία, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα- Θεσσαλονίκη 2005, σελ. 53

[10] Παρασκευόπουλος Ν., «Το νομοσχέδιο για το οργανωμένο έγκλημα», εις Μανωλεδάκη Ι. (επ.), Το σχέδιο νόμου για την αντιμετώπιση του οργανωμένου εγκλήματος, Εταιρία Νομικών Βορείου Ελλάδος, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα- Θεσσαλονίκη, 2002, σελ. 30

[11] ECHR, art. 6, par. 3 “Everyone charged with a criminal offence has the following minimum rights: …(d) to examine or have examined witnesses against him and to obtain the attendance and examination of witnesses on his behalf under the same conditions as witnesses against him;”, http://www.hri.org/docs/ECHR50.html#C.Art6

[12] Αναγνωστόπουλος Η., «Το σχέδιο νόμου για το οργανωμένο έγκλημα: Εκσυγχρονισμός ή αποσύνθεση του φιλελεύθερου ποινικού δικαίου;», εις Μανωλεδάκη Ι. (επ.), ο.π., σ.σ. 48-49, όπου παραπέμπει στις υποθέσεις ΕΔΔΑ Unterpentiger, Kostovski , van Mechelen και στην ΑΠ 1286/99.

[13] Συμεωνίδου- Καστανίδου Ελισάβετ, «Παρέμβαση: Παρατηρήσεις στο σχέδιο νόμου για την προστασία του πολίτη από αξιόποινες πράξεις εγκληματικών οργανώσεων», εις Μανωλεδάκη Ι. (επ.), ο.π., σελ. 88


Η κυρία Γαλατσοπούλου Φανή είναι δικηγόρος. Συνεργάζεται τα τελευταία εννέα έτη με Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, και ειδικότερα συμμετέχει στην υλοποίηση προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Υπουργείου Εξωτερικών σχετικά με τη νομική υποστήριξη θυμάτων εμπορίας ανθρώπων, αιτούντων άσυλο, προσφύγων και θυμάτων βασανιστηρίων. Έχει συμμετάσχει σε πολλά σεμινάρια και συνέδρια σχετικά με την εμπορία ανθρώπων, την προστασία προσφύγων και ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Έχει πραγματοποιήσει εισηγήσεις και εκπαιδεύσεις και έχουν δημοσιευθεί άρθρα της σχετικά με τα θέματα αυτά. Από τον Ιανουάριο του 2006 έως τον Ιούλιο του 2008 συνεργάσθηκε με την Εναλλακτική Έδρα του Συμφώνου Σταθερότητας για τη Νοτιοανατολική Ευρώπη ως Εμπειρογνώμονας (Expert) για θέματα Ασφάλειας και Εμπορίας Ανθρώπων με αντικείμενο τη διοργάνωση συνεδρίων και σεμιναρίων, το συντονισμό προγραμμάτων που υλοποιούν Μ.Κ.Ο. και την εκπροσώπηση της Εναλλακτικής Έδρας σε συνέδρια, σεμινάρια, συσκέψεις. Τον Ιούνιο του 2007 επελέγη και συμμετείχε ως μοναδική εμπειρογνώμονας από την Ελλάδα στο πρόγραμμα του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. (U.S. Department of State) με θέμα “COMBATING TRAFFICKING IN PERSONS- A PROJECT FOR EUROPE”, στα πλαίσια του International Visitor Leadership Program που περιείχε εκπαίδευση σε πέντε πολιτείες των Η.Π.Α.

Editorial
Editorial
CONTRIBUTOR
PROFILE